Η ινομυαλγία είναι ένα σύνδρομο χρόνιου διάχυτου μυοσκελετικού πόνου με συνοδά συμπτώματα κόπωσης, διαταραχής ύπνου, γνωστικής δυσλειτουργίας και αυξημένης αντίληψης του πόνου, χωρίς όμως αντικειμενικά σημεία φλεγμονής ή μυϊκής βλάβης. Προσβάλλει κυρίως γυναίκες μέσης ηλικίας, με επιπολασμό που κυμαίνεται στο 2–4% του γενικού πληθυσμού, και συχνά συνυπάρχει με άλλες ρευματολογικές ή ψυχιατρικές καταστάσεις. Οι ασθενείς περιγράφουν γενικευμένο πόνο με δυσφορία σε ποικίλα ανατομικά σημεία, δυσκολία συγκέντρωσης (“fibro fog”), διαταραχές ύπνου και έντονη ψυχοσωματική επιβάρυνση. Δεν υπάρχουν ειδικοί εργαστηριακοί δείκτες. Ο εργαστηριακός έλεγχος έχει ρόλο κυρίως για τον αποκλεισμό άλλων νοσημάτων. Η αντιμετώπιση απαιτεί πολυδιάστατη προσέγγιση και έμφαση στη μη φαρμακευτική διαχείριση, με πρώτιστη τη σταδιακή φυσική άσκηση (αερόβια δραστηριότητα), την εκπαίδευση του ασθενούς, την ψυχολογική υποστήριξη και την αντιμετώπιση συνοδών διαταραχών όπως η κατάθλιψη ή το άγχος. Φαρμακευτικά, χρησιμοποιούνται αντικαταθλιπτικά όπως τα SNRIs (ντουλοξετίνη), τα SSRIs (σιταλοπράμη), τα αντιεπιληπτικά όπως η pregabalin και η gabapentin, ενώ τα κλασικά αναλγητικά έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Η συνεργασία ιατρού και ασθενούς με στόχο τη μακροπρόθεσμη βελτίωση της ποιότητας ζωής είναι καθοριστική.