Οι φλεγμονώδεις μυοπάθειες αποτελούν ετερογενή ομάδα αυτοάνοσων νοσημάτων που χαρακτηρίζονται από φλεγμονή των μυών και προοδευτική μυϊκή αδυναμία. Προσβάλλονται συχνότερα γυναίκες και η επίπτωση κυμαίνεται περίπου σε 1–10 περιπτώσεις ανά 100.000 άτομα. Τα κυριότερα συμπτώματα είναι η αμφοτερόπλευρη, συμμετρική αδυναμία των εγγύς μυών, που εκδηλώνεται με δυσκολία στο ανέβασμα της σκάλας, την ανύψωση των χεριών ή την ανέγερση από καθιστή θέση. Σε βαριές περιπτώσεις παρατηρείται δυσφαγία και προσβολή των αναπνευστικών μυών. Η μυοσίτιδα συνοδεύεται από διάφορες δερματικές βλάβες, όπως στις εκτατικές επιφάνειες των άκρων χειρών (σημείο Gottron)και εξάνθημα στα βλέφαρα(ερύθημα ηλιοτροπίου). Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική αξιολόγηση, σε εργαστηριακές εξετάσεις (αύξηση μυϊκών ενζύμων και τρανσαμινασών)συνδυαστικά με απεικονιστικό έλεγχο, ηλεκτρομυογράφημα και σε πολλές περιπτώσεις, επιβεβαίωση με βιοψία μυός. Η παρουσία ειδικών αυτοαντισωμάτων, όπως τα anti-Jo1, anti-Mi2 ή anti-SRP, μπορεί να κατευθύνουν περαιτέρω τη διάγνωση. Η θεραπευτική προσέγγιση περιλαμβάνει αρχικά χορήγηση κορτικοστεροειδών σε υψηλές δόσεις, ενώ απαιτείται συχνά προσθήκη ανοσοκατασταλτικών όπως μεθοτρεξάτη, αζαθειοπρίνη ή μυκοφαινολάτη. Σε ανθεκτικές μορφές μπορεί να χορηγηθεί γ-σφαιρίνη (IVIG) ή βιολογικοί παράγοντες όπως rituximab. Στην δερματομυοσίτιδα, ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στον έλεγχο για κακοήθειες, καθώς συχνά αποτελεί παρανεοπλασματική εκδήλωση.