Η οστεοπόρωση είναι μια συχνή συστηματική μεταβολική νόσος του σκελετού που χαρακτηρίζεται από ελαττωμένη οστική πυκνότητα και διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής του οστίτη ιστού, με αποτέλεσμα την αυξημένη ευθραυστότητα των οστών και τον αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων. Αποτελεί σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας, ιδίως στον γηράσκοντα πληθυσμό, με τις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση να πλήττονται συχνότερα, ενώ στους άνδρες εμφανίζεται κυρίως δευτεροπαθώς. Η επιπολασμός της μεταεμμηνοπαυσιακής οστεοπόρωσης υπολογίζεται περίπου στο 30% των γυναικών άνω των 50 ετών. Οι ασθενείς συχνά είναι ασυμπτωματικοί μέχρι την εμφάνιση κάποιου κατάγματος, με συχνότερα τα σπονδυλικά κατάγματα (συχνά σιωπηρά), τα κατάγματα ισχίου και τα περιφερικά κατάγματα όπως του καρπού. Η διάγνωση βασίζεται στη μέτρηση της οστικής πυκνότητας με τη μέθοδο DEXA, με τιμή T-score ≤ -2,5 να επιβεβαιώνει την παρουσία οστεοπόρωσης. Επιπλέον, συνεκτιμάται ο συνολικός κίνδυνος κατάγματος με εργαλεία όπως το FRAX. Η θεραπευτική στρατηγική περιλαμβάνει τροποποίηση παραγόντων κινδύνου όπως η διακοπή καπνίσματος, η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D και η κινησιοθεραπεία με άρση βάρους. Φαρμακευτικά χορηγούνται αντιοστεοκλαστικά φάρμακα όπως τα διφωσφονικά και το denosumab, ενώ σε επιλεγμένες περιπτώσεις, δίνονται οστεοαναβολικά σκευάσματα όπως η τεριπαρατίδη και το romosozumab. Η συμμόρφωση στη θεραπεία είναι κρίσιμη για τη μείωση του κινδύνου καταγμάτων.