Η σαρκοείδωση είναι μια φλεγμονώδης νόσος άγνωστης αιτίας, κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα οδηγεί στον σχηματισμό φλεγμονωδών αθροίσεωνσε διάφορα όργανα, που ονομάζονται κοκκιώματα. Εμφανίζεται κυρίως σε νέους ενήλικες, ιδίως γυναίκες, και έχει υψηλότερη συχνότητα σε άτομα αφρικανικής καταγωγής ή βόρειας Ευρώπης. Προσβάλλει συχνότερα τους πνεύμονες και τους λεμφαδένες, αλλά μπορεί να επηρεάσει επίσης το δέρμα, τα μάτια, την καρδιά και τις αρθρώσεις. Η αρθρική προσβολή εμφανίζεται σε ορισμένους ασθενείς και μπορεί να προκαλέσει πόνο, διόγκωση και δυσκαμψία, κυρίως στις ποδοκνημικές αρθρώσεις, αλλά και στα γόνατα ή άλλες αρθρώσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις η αρθρίτιδα είναι παροδική και συνδέεται με την ενεργότητα της νόσου, ενώ σπανιότερα μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια μορφή. Πολλοί ασθενείς έχουν ήπια ή καθόλου συμπτώματα, ενώ άλλοι μπορεί να εμφανίσουν δύσπνοια, επίμονο βήχα, κόπωση, πυρετό, απώλεια βάρους ή δερματικές και οφθαλμικές εκδηλώσεις. Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εικόνα, στις απεικονιστικές εξετάσεις και, όταν απαιτείται, στη βιοψία για την επιβεβαίωση των κοκκιωμάτων. Η θεραπεία εξαρτάται από τη βαρύτητα και την εντόπιση της νόσου και μπορεί να περιλαμβάνει κορτικοστεροειδή ή άλλα ανοσοτροποποιητικά φάρμακα για τον έλεγχο της φλεγμονής και την πρόληψη των επιπλοκών.